ἐρευνητήρ

ἐρευν-ητήρ, ῆρος, , = sq., Nonn.D.2.25.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερευνητήρ — ἐρευνητήρ, ὁ (Α) [ερευνώ] ερευνητής …   Dictionary of Greek

  • ἐρευνητῆρα — ἐρευνητήρ masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευνητῆρες — ἐρευνητήρ masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευνητῆρι — ἐρευνητήρ masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευνητῆρος — ἐρευνητήρ masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερευνητής — ο θηλ. ερευνήτρια (AM ἐρευνητής, θηλ. ἐρευνήτρια* Α και ἐρευνητήρ, ο) [ερευνώ] αυτός που ερευνά, που εξετάζει, ο εξεταστής νεοελλ. 1. ο μελετητής (α. «ερευνητής ψυχολογικών φαινομένων» β. «ερευνητής μεσαιωνικής ιστορίας») 2. (φωτογρ.) εξάρτημα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.